Η Κάντανος (τέως Κάνδανος) είναι η ιστορική έδρα του Δήμου Κανδάνου-Σελίνου, τέως πρωτεύουσα της επαρχίας Σελίνου του νομού Χανίων και τέως έδρα του Δήμου Καντάνου. Είναι κτισμένη στο κέντρο της επαρχίας Σελίνου, σε ένα λεκανοπέδιο σε απόσταση 53 χλμ. από τα Χανιά. Είναι κυρίως αγροτική και κτηνοτροφική περιοχή. Το κυριότερο προϊόν της είναι το ελαιόλαδο. Πολλά από τα ελαιόδεντρα της περιοχής είναι αιωνόβια και μεγάλου μεγέθους. Το όνομα της προέρχεται από το αρχαίο «Καντανία», που σημαίνει «πόλη της νίκης». Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι προέρχεται από το «Κάντορες», που σημαίνει οι κρατούντες. Στα πρωτοχριστιανικά χρόνια ήταν έδρα Επισκοπής. Από την Κάντανο ξεκίνησε η επανάσταση του 1866 στην Κρήτη. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν έδρα Τούρκου διοικητή.

Κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και συγκεκριμένα στις 3 Ιουνίου 1941 καταστράφηκε από τους Γερμανούς σε αντίποινα για την ένοπλη αντίσταση που έδειξαν οι κάτοικοι με τη βοήθεια και των κατοίκων των γειτονικών χωριών στα Φλώρια και στο φαράγγι πριν το χωριό κατά την Μάχη της Κρήτης.

Άκμασε τα Ρωμαϊκά και τα Βυζαντινά χρόνια. Στα πρωτοχριστιανικά χρόνια ήταν έδρα επισκοπής. Ο επίσκοπος της συμμετείχε στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο. Δυστυχώς δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές για να έλθουν στην επιφάνεια κτίσματα της Ρωμαϊκής περιόδου. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχει ανακαλυφθεί ρωμαϊκό ψηφιδωτό δάπεδο, αγωγοί ύδρευσης κ.ά. Σημαντικότερα μνημεία αποτελούν οι βυζαντινές εκκλησίες. Σημαντικότερη βυζαντινή εκκλησία θεωρείται ο ναός της Αγίας Άννης στο Ανισαράκι. Στην είσοδο της υπάρχει μια εικόνα με την Αγία Άννα να θηλάζει την Παναγία. Αποτελεί σπάνια αγιογραφία και πολλοί τουρίστες κάθε χρόνο την επισκέπτονται. Άλλες βυζαντινές εκκλησίες είναι του Αγίου Γεωργίου, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στα Καβαλαριανά, της Αγίας Αικατερίνης, της Παναγίας στο Ανισαράκι, της Αγίας Κυριακής στα Μπενουδιανά κ.ά.

Κατά την Τουρκοκρατία ήταν έδρα Τούρκου διοικητή. Το διοικητήριό του ήταν στο λόφο, όπου σήμερα βρίσκεται το αστυνομικό τμήμα και το δημοτικό σχολείο. Από εδώ ξεκίνησε η επανάσταση του 1866. Στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο καταστράφηκε από τους Γερμανούς, επειδή οι κάτοικοι της αντιστάθηκαν στο χωριό Φλώρια και στο φαράγγι και σκότωσαν 25 Γερμανούς. Μαρμάρινα αντίγραφα των πινακίδων που άφησαν οι Γερμανοί, βρίσκονται στο μνημείο στην πλατεία του χωριού.

Σήμερα η Κάντανος είναι μια κωμόπολη με 1000 περίπου κατοίκους. Ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, το εμπόριο και διάφορες υπηρεσίες. Έχει δημοτικό σχολείο, γυμνάσιο, ΕΠΑΛ, αστυνομικό τμήμα, Κέντρο Υγείας, φαρμακείο και δύο μικρά ξενοδοχεία. Λειτουργούν επίσης τρία εστιατόρια με εξαιρετικό παραδοσιακό κρητικό φαγητό, ένα ζαχαροπλαστείο με σπεσιαλιτέ το γαλακτομπούρεκο και το παγωτό από τοπικό γάλα αιγοπροβάτων, καθώς και αρκετά καφενεία. Με την τελευταία μεταρρύθμιση στην τοπική αυτοδιοίκηση ο Δήμος Καντάνου συγχωνεύθηκε με τους Δήμους Πελεκάνου και Ανατολικού Σελίνου δημιουργώντας από 1-1-2011 το νέο Δήμο Καντάνου-Σελίνου με πρωτεύουσα την Παλαιόχωρα και ιστορική πρωτεύουσα την Κάντανο.

Το Ανισαράκι ή Ανυσαράκι είναι η μεγαλύτερη συνοικία της Καντάνου μετά το κέντρο της. Βρίσκεται σε απόσταση περίπου 3 χλμ. από το κέντρο της Καντάνου. Αξιόλογες είναι οι βυζαντινές εκκλησίες και ιδιαίτερα της Αγίας Άννας με την εικόνα της Αγίας που θηλάζει την Παναγία σε τοιχογραφία. Η εικόνα αυτή είναι πολύ σπάνια και λέγεται ότι υπάρχουν μόνο δύο τέτοιες στον κόσμο. Αξιοθέατο αποτελεί η πέτρινη βρύση στο κέντρο της συνοικίας.

Η Χρυσοπηγή είναι γειτονιά της Καντάνου, περισσότερο γνωστή ως Τσαγκαρελιανά (το παλιό τουρκικής προέλευσης όνομα της). Βρίσκεται 1 χλμ. περίπου μακριά από το κέντρο της Καντάνου. Σε αυτήν βρίσκεται ο Βυζαντινός ναός του Αγίου Γεωργίου, με αγιογραφίες που παρά την πρόσφατη επιδιόρθωση του από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ν. Χανίων δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Στο ποτάμι που τη διασχίζει υπάρχει μια πηγή που αποτελεί αξιοθέατο. Οι κάτοικοι της ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια της ελιάς και την κτηνοτροφία.

Τα Λαμπιριανά είναι συνοικία της Καντάνου περίπου 1,5 χλμ. από το κέντρο. Σήμερα είναι σχεδόν εγκαταλελειμμένη. Αξιοθέατα είναι οι βυζαντινές εκκλησίες της Αγ. Κυριακής και του Αγ. Γεωργίου που βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Παραδοσιακό πανηγύρι γίνεται στον Άγιο Γεώργιο στις 3 Νοεμβρίου, εορτή του Αη Γιώργη του μεθυστή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παλιά πηγή με το τρεχούμενο νερό.

Ο όρος Καταστροφή της Καντάνου αναφέρεται στην ολική καταστροφή του χωριού Κάντανος στη Δυτική Κρήτη και τη δολοφονία των περίπου 180 κατοίκων του στις 3 Ιουνίου 1941 από τις Γερμανικές δυνάμεις κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η διαταγή δόθηκε από τον Συνταγματάρχη Κουρτ Στουντέντ ως αντίποινα για τη συμμετοχή των κατοίκων του χωριού στη μάχη της Κρήτης. Η καταστροφή απετέλεσε ένα από τα πιο φρικτά εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν από τις Δυνάμεις του Άξονα κατά τη διάρκεια της κατοχής της Κρήτης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η μάχη της Κρήτης ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1941 με μία μεγάλης κλίμακας εισβολή από αέρος που σκοπό είχε την κατάληψη στρατηγικών τοποθεσιών του νησιού. Το χωριό Κάντανος βρίσκεται στον δρόμο από τα Χανιά στη βόρεια ακτή προς την Παλαιοχώρα στα νότια, η οποία αποτελούσε υποψήφιο σημείο απόβασης για πιθανές Συμμαχικές ενισχύσεις από τη Βόρεια Αφρική. Το χωριό Κάντανος είχε βομβαρδιστεί κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της επίθεσης και ένα μικρό γερμανικό μηχανοκίνητο απόσπασμα (καβαλώντας μοτοσυκλέτες κι έχοντας πολυβόλα MG 34 στο πλαϊνό αμάξι της μοτοσυκλέτας) επιχείρησε να το διασχίσει στις 23 Μαΐου 1941, με σκοπό να φτάσει στην Παλαιοχώρα και να τη διασφαλίσει. Αν και ανεκπαίδευτοι και ανεπαρκώς οπλισμένοι, οι κάτοικοι της Καντάνου, της Παλαιοχώρας και άλλων διπλανών μικρότερων χωριών, με τη βοήθεια μερικών χωροφυλάκων της επαρχίας Σελίνου, αυθόρμητα αντιμετώπισαν και πολέμησαν τις Γερμανικές δυνάμεις στα Φλώρια.

Την επόμενη μέρα, οι ντόπιοι συγκεντρώθηκαν σε μεγάλους αριθμούς και έστησαν ενέδρα στους Γερμανούς στρατιώτες της 5ης ορεινής μεραρχίας στο φαράγγι της Καντάνου. Παρά την ισχυρή τους αντίσταση στις 24 και 25 Μαΐου και τις περιορισμένες απώλειες που είχαν, οι ντόπιοι ήταν σε μεγάλο βαθμό λιγότεροι από τους Γερμανούς στρατιώτες και τελικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στα βουνά, επιτρέποντας στους Γερμανούς να προχωρήσουν προς την Παλαιοχώρα.

Κατά τη διάρκεια της μάχης της Κρήτης, οι Γερμανικές δυνάμεις εισβολής είχαν μεγάλες και βαριές απώλειες. Επιπλέον, η άνευ προηγουμένου αντίσταση που συνάντησαν από τον τοπικό πληθυσμό εξόργισε την Πρωσική τους αίσθηση για την στρατιωτική τάξη, σύμφωνα με την οποία κανείς πέραν των επαγγελματιών πολεμιστών δε θα έπρεπε να του επιτρέπεται να πολεμάει. Ακόμα και πριν το τέλος της μάχης, είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν υπερβολικές ιστορίες οι οποίες απέδιδαν πολύ μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, λόγω βασανιστηρίων και ακρωτηριασμών που υπέφεραν από τους Κρητικούς. Αργότερα, τέτοιες ιστορίες αποδείχθηκαν να είναι αναληθείς. Παρόλα αυτά, ως αποτέλεσμα των παραπάνω ισχυρισμών και προσπαθώντας να δώσουν ένα παράδειγμα σε όσους αντιστέκονται, αμέσως μετά την παράδοση της Κρήτης στις 31 Μαΐου, ο προσωρινός Γενικός Διοικητής Κουρτ Στουντέντ εξέδωσε εντολή για την έναρξη μίας σειράς βάναυσων αντίποινων εναντίον του ντόπιου πληθυσμού. Τα αντίποινα έπρεπε να εκτελεστούν γρήγορα από τις ίδιες μονάδες που είχαν αντιμετωπίσει οι ντόπιοι, παραλείποντας οποιαδήποτε τυπικότητα.

Το μνημείο πολέμου της Καντάνου το 2000

Το μνημείο πολέμου της Καντάνου το 2000

Στις 3 Ιουνίου 1941, μία μέρα μετά την εκτέλεση αρκετών πολιτών στο Κοντομαρί, οι Γερμανοί στρατιώτες από το Τάγμα III του 1ου Συντάγματος της από Αέρος Εισβολής (κατά πάσα πιθανότητα με επικεφαλής τον Oberleutnant Χορστ Τρίμπους) έφτασαν στην Κάντανο, ακολουθώντας τις διαταγές του Στουντέντ για αντίποινα. Οι Γερμανοί στρατιώτες σκότωσαν περίπου 180 κατοίκους και έσφαξαν όλα τα ζώα, ενώ έβαλαν φωτιά σε όλα τα σπίτια και τα ισοπέδωσαν.

Κοντινά χωριά όπως τα Φλώρια και το Κακόπετρο είχαν την ίδια τύχη. Μετά την καταστροφή της, η Κάντανος ανακηρύχθηκε ‘νεκρή ζώνη’ και απαγορεύτηκε στον εναπομείναντα πληθυσμό της να επιστρέψει στο χωριό και να το ξαναχτίσει, ενώ αναρτήθηκαν και δύο πινακίδες-επιγραφές σε γερμανικά και ελληνικά στις εισόδους του χωριού από Χανιά και από Παλαιοχώρα. Η πρώτη επιγραφή αναφέρει: «Διά την κτηνώδη δολοφονίαν Γερµανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του µηχανικού από άνδρας, γυναίκας και παιδιά και παπάδες µαζί και διότι ετόλµησαν να αντισταθούν κατά του µεγάλου Ράιχ κατεστράφη την 3-6-1941 η Κάνδανος εκ θεµελίων, διά να µην επαναοικοδοµηθεί πλέον ποτέ», και η δεύτερη: «Ως αντίποινον των από οπλισµένων πολιτών ανδρών και γυναικών εκ των όπισθεν δολοφονηθέντων Γερµανών στρατιωτών κατεστράφη η Κάνδανος». Μία τρίτη πινακίδα-επιγραφή από μάρμαρο μεταφέρθηκε στην Κάντανο το 1943, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για ένα μνημείο που οι Γερμανοί προγραμμάτιζαν να κατασκευάσουν. Σε αυτή την τρίτη επιγραφή αναφέρεται: «Εδώ υπήρχε η Κάνδανος – Κατεστράφη προς εξιλασµόν της δολοφονίας 25 Γερµανών στρατιωτικών».

Μετά την παράδοση της Κρήτης, ανεγέρθηκε από την 5η Ορεινή Μεραρχία, κοντά στα Φλώρια, ένα μνημείο για τους στρατιώτες του Τάγματος 95 που έπεσαν στη μάχη της Κρήτης.

Μετά την παράδοση της Γερμανίας, ο Στουντέντ φυλακίστηκε από τους Βρετανούς. Τον Μάιο του 1947, ήρθε ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου για να απαντήσει σε κατηγορίες κακομεταχείρισης και δολοφονίας αιχμαλώτων πολέμου από τους στρατιώτες του στην Κρήτη, ενώ το αίτημα της Ελλάδας να εκδοθεί ο Στουντέντ στη χώρα, απορρίφθηκε. Ο Στουντέντ κρίθηκε ένοχος για τις τρεις από τις οκτώ κατηγορίες και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση. Ωστόσο, του δόθηκε ιατρική απαλλαγή και αφέθηκε ελεύθερος το 1948. Δεν δικάστηκε ποτέ για εγκλήματα εναντίον άμαχου πληθυσμού.

Σήμερα, η Κάντανος έχει ξαναχτιστεί και αποτελεί την έδρα του ομώνυμου δήμου. Αναπαραγωγές των πινακίδων-επιγραφών εις μνήμην της καταστροφής του χωριού, υπάρχουν σε τοπικό μνημείο του πολέμου.

Ιεροί Ναοί Καντάνου

Η Κάντανος ήκμασε κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια αλλά και κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο φαίνεται να κατείχε σημαντική θέση, αφού αποτελούσε έδρα Επισκόπου, ο οποίος συμμετείχε στη Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451.

Τη μεγάλη θρησκευτική παράδοση της περιοχής μαρτυρούν τα ίχνη βασιλικών του 5ου-6ου αιώνα, που βρίσκονται διάσπαρτα στην περιοχή, καθώς και ο μεγάλος αριθμός εκκλησιών του 13ου -16ου αιώνα, όπως η Παναγία στα Τζεβρεμιανά με χάραγμα του 1450, ο ναός του Σωτήρος που βρίσκεται πάνω σε ερείπια τρίκλητης βασιλικής, η Αγ. Κυριακή στα Λαμπιριανά, ο Αγ. Γεώργιος στα Μπενουδιανά, η Παναγία στα Τζαγκαραλιανά, οι Αγ. Απόστολοι στον Κουφαλωτό, ο Μιχαήλ Αρχάγγελος στα Καβαλαριανά , η Αγ. Άννα, η Παναγία, η Αγ. Παρασκευή και ο Αγ. Γεώργιος στο Ανισαράκι, ο Προφήτης Ηλίας και ο Αγ. Ιωάννης στον Τραχινιάκο, η Παναγία στα Σκουδιανά, ο Μιχαήλ Αρχάγγελος στα Χασιανά, η Αγ. Παρασκευή στα Ελληνικά και ο Αγ. Αθανάσιος στο Τριγόνω.