Σούγια
Η Σούγια είναι παραθαλάσσιος οικισμός της νοτιοδυτικής Κρήτης. Διοικητικά υπάγεται στον δήμο Καντάνου – Σελίνου, ενώ με το πρόγραμμα Καποδίστριας υπαγόταν στο δήμο Ανατολικού Σελίνου. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 136 κατοίκους. Η Σούγια μαζί με τα χωριά Κουστογέρακο [44 κ.], Λιβαδάς [17 κ.] και Μονή [23 κ.] αποτελούν την τοπική κοινότητα Σούγιας.
Η Σούγια απέχει 70 χιλιόμετρα από τα Χανιά, στα νότια παράλια της Κρήτης. Είναι κτισμένη δυτικά των εκβολών του χειμάρρου Αγιερηνιώτη, ο οποίος διασχίζει το φαράγγι της Αγίας Ειρήνης, το οποίο καταλήγει κοντά στη Σούγια. Η παραλία της Σούγιας έχει μήκος περίπου 1,5 χιλιόμετρο και το πλάτος της φτάνει τα 70 μέτρα. Το δυτικό άκρο της είναι μπροστά από τον οικισμό και είναι οργανωμένο. Σε αυτό το σημείο βρίσκονται μέσα στη θάλασσα μεγάλοι βράχοι και σχηματίζεται ένας κολπίσκος. Ανατολικά βρίσκεται η έξοδος του φαραγγιού της Τρυπητής.
Κατά την αρχαιότητα, στη θέση της Σούγιας βρισκόταν η πόλη Συία, της οποίας το όνομα φέρει παραφρασμένο και ο σύγχρονος οικισμός. Η Σύια ήταν επίνειο της Ελύρου. Κοντά στη Σούγια βρίσκεται επίσης και η αρχαία Λισσός, επίσης επίνειο της Ελύρου. Η Σύια λόγω της στρατηγικής θέσης της Κρήτης άκμασε κατά την ρωμαϊκή και πρώτη βυζαντινή περίοδο, εκεί που σώζονται μερικές οικίες και τμήμα υδραγωγείου στο ανατολικό τμήμα της κοιλάδας. Η Συία καταστράφηκε τον 9ο αιώνα από τους Σαρακηνούς. Τα μετέπειτα χρόνια μάλλον ήταν ψαροχώρι των χωριών της ενδοχώρας, όπως το Κουστογέρακο.
Ο σημερινός οικισμός είναι πρόσφατος. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην κρητική απογραφή του 1900, όταν είχε 16 κατοίκους. Η Σούγια άρχισε να αναπτύσσεται μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν διέθετε ακόμη οδική σύνδεση με την ενδοχώρα και επικοινωνούσε ακτοπλοϊκώς με τον Πειραιά. Με την οδική σύνδεση με την ενδοχώρα, η ανάπτυξή της σταμάτησε. Την δεκαετία του 1960 και ιδίως του 1970, έγινε δημοφιλής τουριστικός προορισμός για τους χίπηδες. Σήμερα στη Σούγια λειτουργούν ξενοδοχεία και ταβέρνες για να εξυπηρετήσουν τους τουρίστες.